Εκτύπωση

agia_theofaneia
Η μεγάλη αυτή γιορτή που λέγεται και Επιφάνια, είναι από τις αρχαιότερες γιορτές, που θεσπίσθηκαν στο εορτολόγιο της εκκλησίας μας.
Κατά τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνος, τότε που η Εκκλησία μας ήταν μία και αδιαίρετη, οι ανατολικές τοπικές εκκλησίες γιόρταζαν την 6 Ιανουαρίου την γέννηση και την βάπτιση του Χριστού μαζί. Στη Δύση όμως οι κατά τόπους Εκκλησίες είχαν ξεχωρίσει την εορτή των Χριστουγέννων από τα Θεοφάνεια και την γιόρταζαν 25 Δεκεμβρίου.
 
Ο διαχωρισμός αυτός επιβλήθηκε εξ αιτίας των οργιαστικών εορτών που έκαναν οι ειδωλολάτρες προς τιμήν του ανίκητου θεού ήλιου. Οι γιορτές αυτές είχαν αφορμή την είσοδο τους στο χειμερινό ηλιοστάσιο, κατά την διάρκεια του οποίου η ημέρα μεγαλώνει και ο ήλιος κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του.
  
Επειδή δε στις εορτές αυτές παρεσύροντο και μερικοί χριστιανοί, αναγκάσθηκε η εκκλησία μας να ορίση ως ημέρα εορτής των Χριστουγέννων την 25 Δεκεμβρίου για να προλάβη την μετάπτωση στην ειδωλολατρεία των χριστιανών και να προβολή ενώπιον όλων τον Ήλιον της δικαιοσύνης (της καλωσύνης), τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.
  
Η λατρευτική αυτή συνήθεια των δυτικών εκκλησιών μεταφέρθηκε τον ίδιο αιώνα και στην ανατολή από τους τρείς οικουμενικούς Ιεράρχες της Εκκλησίας μας και από τότε ολόκληρη η χριστιανοσύνη γιορτάζει ομοιόμορφα τις δύο αυτές δεσποτικές γιορτές.
  
Γιατί όμως η μεγάλη αυτή γιορτή ονομάσθηκε Θεοφάνεια και Επιφάνια, Διότι την ημέρα αυτή εφάνη (δηλαδή φανερώθηκε, αποκαλύφθηκε) ο Θεός σε μας τους ανθρώπους. Κανείς μέχρι τότε δεν ήξερε ότι ο ένας αληθινός Θεός είναι τριαδικός, δηλαδή τρία πρόσωπα αλλά σε ένα Θεό, με μία ουσία. Αυτό το πληροφορήθηκε η ανθρωπότης στο πρόσωπο του Ιωάννου την ημέρα της βαπτίσεως του Χριστού. Γι' αυτό ψάλλουμε και την ημέρα αυτή στο απολυτίκιο της εορτής το "η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις".
  
Ναί, την στιγμή που ο Χριστός μπήκε στον Ιορδάνη, άνοιξε ο ουρανός, το Άγιον Πνεύμα κατέβη επάνω του με μορφή περιστεράς και ο Πατέρας μίλησε και είπε: "Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα". Με απλά λόγια θα μπορούσαμε να πούμε ότι την ιερά στιγμή της βαπτίσεως ο Πατέρας κάνει τα αποκαλυπτήρια στους ανθρώπους του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Υιού και Λόγου του Θεού, που ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα για να λύτρωση τους ανθρώπους από την τυραννία του διαβόλου, ενώ το Πνεύμα το Άγιον με την παρουσία Του επιβεβαιώνει την αποκάλυψη αυτή. Μέχρι τώρα οι άνθρωποι τον ήξεραν ως "παιδί του μαραγκού", την ημέρα όμως αυτή πληροφορούνται ότι Υιός του Θεού και μάλιστα "αγαπητός". Σήμερα 2000 χρόνια μετά την βάπτιση του Χριστού οι άνθρωποι τι γνώμη έχουν για τον Ιησού. Τον θεωρούν ακόμη "παιδί του μαραγκού" ή κρατούν στην καρδιά τους την αποκάλυψη του Πατέρα.
   
Είναι λυπηρό, αλλά πρέπει να το ομολογήσουμε, ότι πολλοί από τους σημερινούς ανθρώπους ενώ έχουν μπροστά τους μια ιστορία 2000 χρόνων αρνούνται να δεχθούν το συμπέρασμα της, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο "εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ", ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής του γένους των ανθρώπων. Τον αρνούνται και τον πολεμούν όπως τον πολέμησε ο Ηρώδης, οι σύγχρονοι του Ιουδαίοι και οι κατά καιρούς διώκτες του.
  
Και οι μεν διώκτες του εξαφανίσθηκαν στη λήθη της Ιστορίας. Εκείνος όμως παραμένει ως άρχοντας της Ιστορίας, που άλλοι μεν τον αγαπούν, άλλοι δε τον μισούν, άλλοι δεν τον μισούν, που τον λατρεύουν αλλά και τον βλασφημούν, που θυσιάζονται γι' αυτόν καθημερινώς, που τον πιστεύουν και τον αναγνωρίζουν ως προσωπικό τους Λυτρωτή αλλά και τον αγνοούν.
   
Εσύ αγαπητέ ενορίτη, πως έχεις τοποθετηθεί απέναντι στον Ιησού; Τι είναι για σένα ο Χριστός; Μπορείς να δείς κατάματα τον Ήλιο της δικαιοσύνης τον Χριστό ή τα πολυώνυμα πάθη της κακίας σε εμποδίζουν να χαρείς το φως της καλωσύνης του;
Έλα πλησίασε Τον για σένα βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη ο αναμάρτητος, για να σε ελευθέρωση από την αμαρτία. Για σένα μίλησε ο Πατέρας, για να βάλης τα λόγια του στην καρδιά σου. Για σένα φτερούγισε το Άγιον Πνεύμα, για να σου δείξη ότι μπορεί να σκεπάζει στη ζωή σου και να απομακρύνη από κοντά σου κάθε πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα.
  
Θα δεχθείς την πρόσκληση Του; Θα σωθής! Θα την αρνηθής; μη γένοιτο! Είσαι όμως ελεύθερος να τον δεχθής ή να τον αρνηθής. Αυτές πάντως τις συμβουλές που ακολουθούν να τις ακούσης.
  
Έλα στην Εκκλησία. Εδώ θα γνωρίσης περισσότερο τον Χριστό, εδώ θα τον αγαπήσης θερμότερα και από εδώ θα ενωθής για πάντα μαζί Του. Το εύχομαι ολόψυχα.
  
 

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ 
  

Ὁ Μέγας Βασίλειος, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας, γεννήθηκε περὶ τὸ 330 μ.Χ. στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν ρήτορας, ἐγκατεστημένος στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ ἦταν υἱὸς τῆς Μακρίνης, ἡ ὁποία ὑπέστει πολλὰ μετὰ τοῦ συζύγου της κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Μαξιμίνου γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.
Ἡ Μακρίνα ἦταν μαθήτρια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ καὶ διετέλεσε ἡ πρώτη στὴν πίστη διδάσκαλος τοῦ ἐγγονοῦ της Βασιλείου.
Ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὀνομαζόταν Ἐμμέλεια, καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἦταν θυγατέρα Μάρτυρος, εὐλαβέστατη καὶ πολὺ φιλάνθρωπη. Ἀπὸ τὸν γάμο της μὲ τὸν Βασίλειο γεννήθηκαν ἐννέα παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποία τὰ τέσσερα ἦταν ἀγόρια. Τὸ πρωτότοκο παιδὶ τους ἦταν ἡ Μακρίνα, ἡ ὁποία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μνηστῆρα της, ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση. Ἀπὸ τὰ τέσσερα ἀγόρια, τρεῖς ἔγιναν Ἐπίσκοποι, ὁ Βασίλειος στὴν Καισάρεια, ὁ Γρηγόριος στὴ Νύσσα καὶ ὁ Πέτρος στὴ Σεβαστεία. Ὁ Ναυκράτιος πέθανε νέος, σὲ ἡλικία 27 ἐτῶν. Πρὸ τοῦ Πέτρου γεννήθηκε ἡ Θεοσεβία.
Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔλαβε τὴν πρώτη χριστιανικὴ διαπαιδαγώγησή του ἀπὸ τὴ μητέρα καὶ τὴ γιαγιά του καὶ διδάχθηκε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τὸν πατέρα του στὴν πατρίδα του. Σπούδασε στὶς σχολὲς τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου «ηὐδοκίμει σοφιστῶν τε καὶ φιλοσόφων τοὶς τελειοτάτοις», καὶ τέλος «εἰς τᾶς χρυσᾶς Ἀθήνας», ποὺ τότε ἦταν τὸ κέντρο τῆς ρητορικῆς καὶ στὴν ὁποία ἤκμαζαν οἱ σοφιστὲς Ἰμέριος, Προαιρέσιος καὶ ἄλλοι καὶ ὅπου συνέρρεαν ἀπὸ παντοῦ μαθητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ μετέπειτα αὐτοκράτορας Ἰουλιανός, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπέρμετρος θαυμασμός του πρὸς τὴν ἐθνικὴ σοφία παρέσυρε στὸν πόλεμο κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκεῖ βρισκόταν ἤδη καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέθηκε μὲ στενὴ φιλία. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου γιὰ τὸν ἱερό του σύνδεσμο μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο : «Τὰ πάντα ἦμεν ἀλλήλοις, ὁμόστεγοι, ὁμοδίαιτοι, συμφυεῖς… ἴσαι μὲν ἐλπίδες ἦγον ἠμᾶς, πράγματος ἐπιφθωνοτάτου τοῦ λόγου, φθόνος δὲ ἀπήν, ζῆλος δὲ ἐσπουδάζετο, ἀγὼν δ’ ἀμφοτέροις, οὒχ ὅστις αὐτὸς τὸ πρωτεῖον ἔχοι, ἀλλ’ ὅπως τῷ ἐτέρῳ τούτου παραχωρήσειεν. Μία μὲν ἀμφοτέρους ἐδόκει ψυχή, δυὸ σώματα φέρουσα, ἐν δ’ ἀμφοτέροις ἔργον: ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ ζῆν πρὸς τᾶς μελλούσας ἐλπίδας, πρὸς ὃ βλέποντες καὶ βίον καὶ πρᾶξιν ἅπασαν ἀπηυθύνομεν».
Ὁ Βασίλειος διδάχθηκε στὴν Ἀθῆνα ρητορική, φιλοσοφία, ἀστρονομία, γεωμετρία καὶ ἰατρική. Ἐπέστρεψε στὸν Πόντο, περὶ τὸ 356 μ.Χ., καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας Διανίου.
Στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Αἴγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη καὶ Συρία, γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς ἀσκητὲς καὶ καθηγητὲς τῆς ἐρήμου. Τότε, ἀφοῦ διένειμε καὶ αὐτὸς τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχούς, μόνασε στὸν Πόντο, κοντὰ στὸν Ἴρι ποταμό, ἀσκούμενος στὴ μελέτη καὶ τὴν προσευχή.
Ἀργότερα τὸ 362 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἀναγκάστηκε νὰ φύγει στὸν Πόντο, λόγω τοῦ φθόνου τοῦ Ἐπισκόπου Εὐσεβίου. Ὁ Γρηγόριος συμβίβασε τὰ πράγματα μεταξὺ τῶν δυὸ ἀνδρῶν καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπέστρεψε τὸ 365 μ.Χ., γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν Ἐπίσκοπο Εὐσέβιο στὸν ἀγῶνα του κατὰ τῶν Ἀρειανῶν. Ἔγινε ἔτσι «σύμβουλος ἀγαθός, παραστάτης δεξιός, τῶν θείων ἐξηγητής, τῶν πρακτέων καθηγητής, γήρως βακτηρία, πίστεως ἔρεισμα».
Τὸ ἔτος 370 μ.Χ., μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Εὐσεβίου, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Καισαρείας, παρὰ τὶς σφοδρὲς ἀντιδράσεις τῶν Ἀρειανῶν. Σὲ καιρὸ λιμοῦ προσέφερε στοὺς πάσχοντες κάθε εἴδους βοήθεια. Ἀγκάλιασε τοὺς γέροντες, τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς ἄνδρες, τοὺς ἀσθενεῖς καὶ φρόντιζε καθημερινὰ γιὰ τὴν τροφή τους. Οἰκοδόμησε κοντὰ στὴν Καισάρεια ἕνα συγκρότημα πτωχοκομείου καὶ νοσοκομείου, τὴ Βασιλειάδα, ποὺ ἔγινε τὸ ταμεῖο τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀγάπης.
Κατὰ τὰ χρόνια τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας εἶχε νὰ ἀντιπαλέψει κατὰ πολλῶν δυσχερειῶν. Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἐαποφάσισε νὰ εἰσάγει μὲ τὴν βία στὴν Καππαδοκία τὸν Ἀρειανισμό. Γι’ αὐτό, τὸ 372 μ.Χ., ἔστειλε τὸν ἔπαρχο Μόδεστο, γιὰ νὰ πείσει τὸν Ἅγιο νὰ δεχθεῖ τὶς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν. Μάταια προσπάθησε νὰ πείσει τὸν Μέγα Βασίλειο μεταχειριζόμενος κάθε μέσο: δήμευση τῆς περιουσίας, ἐξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Ὁ Βασίλειος σὲ ἀπάντηση δήλωσε, ὅτι δὲν φοβᾶται ἀφοῦ περιουσία δὲν εἶχε, παρὰ μόνο λίγα παλαιὰ ἐνδύματα καὶ λίγα βιβλία, ἐξορία δὲν φοβᾶται, διότι ἡ γῆ ποὺ κατοικεῖ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία του καὶ στὸν κόσμο αὐτὸ εἶναι πάροικος καὶ παρεπίδημος, τὰ βασανιστήρια δὲν τὸν πτοοῦν, διότι τὸ ἀσθενικό του σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει σὲ αὐτά, τὸ δὲ θάνατο θεωρεῖ ὡς εὐεργέτη, διότι αὐτὸς θὰ τὸν ὁδηγήσει νωρίτερα κοντὰ στὸν Θεό. Ὁ Μόδεστος ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν Πνευματικὴ γενναιοψυχία τοῦ Ἁγίου καὶ ἐπέστρεψε ἄπρακτος. Ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης, ὅταν ᾖλθε στὴν Καισάρεια καὶ ἀντιλήφθηκε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Βασιλείου, τὸν ἄφησε ἀνενόχλητο στὸν ἐπισκοπικό του θρόνο. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε τὴν μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο: Ἦταν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Πέλαγος λαοῦ ἐγέμιζε τὸν ναό. Ἡ ψαλμῳδία καὶ ἡ εὐκοσμία τοῦ βήματος ἦταν ἀγγελικὴ μᾶλλον, παρὰ ἀνθρώπινη. Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος τοῦ λαοῦ, ὄρθιος, ἀκλινὴς κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ὄψη καὶ τὴν διάνοια, «ἐστλωμένος τῷ Θεῷ καὶ τῷ βήματι». Καὶ ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης μπροστὰ στὸ θέαμα αὐτὸ καὶ στὸ ἄκουσμα «κατεβροντήθη».
Μὲ τὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ πλοῦτο τῶν ἀρετῶν του καθοδήγησε τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καὶ κοσμημένος μὲ αὐτὲς ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον, τὸ 378 μ.Χ., λίγο μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντος, σὲ ἡλικία 48 ἐτῶν.
Ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ παραδώσει τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Θεό, προσῆλθαν στὴν κλίνη του ὅλοι σχεδὸν οἱ Χριστιανοὶ τῆς πόλεως. Ἐκεῖνος τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς εὐλογοῦσε. Προσευχόμενος στὸν Κύριο εἶπε: «Εἰς χεῖρας Σου Κύριε, παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου», καὶ κοιμήθηκε. Στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία συμμετεῖχαν μυριάδες λαοῦ καὶ τόσος ἦταν ὁ συνωστισμός, ὥστε πολλοὶ πέθαναν «ἐκ τῆς τοῦ ὠθισμοῦ βίας καὶ συγκλονήσεως». Ἡ Σύναξη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας (Μεγάλη Ἐκκλησία). Ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Βασίλειο ὑπῆρχε στὸ παλάτι τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα καὶ σὲ αὐτὸν ἐκκλησιαζόταν ὁ αὐτοκράτορας τὴν 1η Ἰανουαρίου μέχρι τῆς ἀπολύσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, παραβάλλει αὐτὸν πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὸν Προφήτη Ἠλία καὶ τὸν Σαμυήλ, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο.
Ὁ Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλῆθος σπουδαιοτάτων συγγραμμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποία, εὐτυχῶς, τὰ περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία τὸ μεγαλύτερο ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία αὐτοῦ, ποὺ τελεῖται καὶ σήμερα σὲ καθορισμένες ἡμέρες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους: τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τὶς παραμονὲς τῶν τριῶν μεγάλων Δεσποτικῶν ἑορτῶν, Χριστουγέννων, Θεοφανείων καὶ Πάσχα (Μέγα Σάββατο), τὶς πέντε Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη. Κατὰ παλαιότερη διάταξη, ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Τὸ πρῶτο δογματικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο συνέγραψε ὁ Ἅγιος, ἔχει τὸν τίτλο «Ἀνατρεπτικὸς τοῦ ἀπολογητικοῦ τοῦ δυσσεβοὺς Εὐνομίου». Περίφημα εἶναι καὶ τὰ ἀσκητικά, τὰ δογματικά, τὰ παιδαγωγικὰ συγγράμματα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὡς καὶ τὰ κηρύγματα, οἱ ὁμιλίες καὶ οἱ ἐπιστολὲς αὐτοῦ. Μέσα ἀπὸ αὐτὰ καταδεικνύεται ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν στὴν πραγματικότητα ὀργανωτὴς τῆς κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, στηρίζοντας τὴν ἠθικὴ δεοντολογία του, κυρίως στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ εἰδικότερα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο ἦταν τὸ ὑπέρτατο δογματικὸ κριτήριο καὶ ἀποτελοῦσε καθ’ ἑαυτὴν μυστήριο θείας οἰκονομίας καὶ ἀνθρώπινης σωτηρίας. Γι’ αὐτὸ καὶ θεωροῦσε τὴν Ἁγία Γραφὴ ὡς θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κατὰ συνέπεια θεωροῦσε ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τοῦ περιεχομένου αὐτῆς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς διακρίσεως. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, πρέπει νὰ γίνεται μὲ βαθειὰ πίστη καὶ μέσα στὴν κοινότητα τῶν πιστῶν. Ἡ ἑρμηνεία δὲ αὐτῆς ἀπέβλεπε κυρίως στὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν καὶ τὴ σωτηρία αὐτῶν. Γι’ αὐτὸ ἡ παράδοση τῆς πίστεως, ὅπως αὐτὴ παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἦταν ἀπαραίτητος ὁδηγὸς στὴν ἑρμηνεία καὶ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
 
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον. Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.
 
Μεγαλυνάριον.
Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.
 
 

Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Υ Γ Ε Ν Ν Α
     

«Το συμβαίνον όνομα τίθησι. Και έθος τούτο τη Γραφή, τα συμβαίνοντα πράγματα αντί ονομάτων τιθέναι». (Χρυσόστομος)
 
Το όνομα Εμμανουήλ καταγράφει μια πραγματικότητα ότι ο Θεός είναι μαζί μας. Αυτό επισημαίνει εδώ ο Χρυσόστομος και το συνηθίζει, λέει, αυτό η Αγία Γραφή. Γιατί δίδει ονόματα, που φανερώνουν αλήθειες και πραγματικότητες.
 
Ένας άλλος ερμηνευτής παρατηρεί. Η Ορθόδοξη ερμηνεία του ονόματος Εμμανουήλ είναι Θεάνθρωπος. Στο πρόσωπο, δηλαδή, του Χριστού μας έγινε πραγματική ένωση της θεϊκής φύσεως, δηλαδή του Θεού, με την ανθρώπινη φύση. Αυτό σημαίνει ότι: Τώρα τα Χριστούγεννα δεν γιορτάζουμε τη γέννηση ενός ανθρώπου απλού σαν και μας ούτε γεννήθηκε μόνο Θεός, άσχετος με μας. Γεννάται κάθε χρόνο ο Θεάνθρωπος. Συγγενής μας σαν άνθρωπος και λυτρωτής μας ο Θεός.
 
Ανάμεσα μας, μαζί μας, πλάι μας, μέσα μας ο Παντοδύναμος. Ό γεμάτος αγάπη για μας, ο φίλος και προστάτης μας, ο βοηθός και Σωτήρας μας, ο πανάγαθος Κύριος είναι μαζί μας. Όσο βαθιά τον πιστεύομε και τον αποζητούμε, γίνεται και παραμένει μέλος της συντροφιάς μας, και της οικογένειάς μας. Η πιστή οικογένεια δεν έχει μόνο Πατέρα, μητέρα, παιδιά. Ζει και αισθάνεται την παρουσία του Πατέρα, φίλου και αδελφού του Χριστού. Πάντως Εκείνος έτσι αισθάνεται και για τον άπιστο. «Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος» μας λέει με το στόμα του Χρυσοστόμου. Είμαι για σένα πατέρας, αδελφός και σύζυγος. Είμαι το σπίτι σου γιατί μέσα μου θα κατοικείς και συ. Αναλαμβάνω να σε τρέφω, με ουράνια τροφή θα σε σκεπάζω σαν το πολυτιμότερο ρούχο, θεμέλιο και ρίζα στη ζωή σου εγώ θα σε στηρίζω και θα σε τρέφω, όπως οι ρίζες τα φυτά. Ήρθα για σένα πρεσβευτής του Θεού να σε σώσω.
 
Στον ουρανό παρακαλώ το Θεό για τη σωτηρία σου. Δεν υπάρχει καλλίτερος φίλος.
Κάθε ψυχή που πιστεύει, όταν προφέρει το όνομα Εμμανουήλ, νοιώθει βαθιά μία γαλήνη, να τονώνει, να ζεσταίνει το είναι της. Νοιώθει ενωμένη, αγκαλιασμένη με τον ύψιστο Θεό.
 
Στην πιο μεγάλη τρικυμία της ζωής, ο πιστός αισθάνεται γαλήνη στην ψυχή του απέραντη δεν τον ταράζει τίποτα στη ζεστή αγκαλιά του παντοδύναμου. Ας έρθουν χίλιοι ανεμοστρόβιλοι στη ζωή του ας ανάψουν πυρκαγιές οι φωτιές να τον κάψουν. Εκείνος δροσίζεται και μόνο που αισθάνεται την παρουσία του Εμμανουήλ. Γιατί συζεί με τον Χριστόν μας, νοιώθει ασφάλεια, ειρήνη, ευφροσύνη και γαλήνη απέραντη.
  
Και στη δοκιμασία της χαράς ο Εμμανουήλ μας είναι απαραίτητος. Όταν η επιτυχία, η καλοπέραση, η χαρά και τα αγαθά τα υλικά δοκιμάζουν τον χαρακτήρα μας και την ψυχή μας, η συναίσθηση της παρουσίας του Θεού μας συγκρατεί. Γιατί κινδυνεύουμε τότε να το πάρουμε πάνω μας να ξεχάσουμε τον εαυτό μας, το πως είμαστε άνθρωποι να ξεχάσουμε τους συνανθρώπους μας, είναι άνθρωποι και αυτοί, να χάσουμε την πίστη μας να ξεχάσουμε τον ίδιο το Θεό μας. Επικίνδυνες οι ώρες της καλοπέρασης. Είναι τότε μεγάλη ανάγκη να θυμόμαστε και να λέμε στον εαυτό μας: «Εμμανουήλ είναι μαζί μου ο Θεός. Όλα τα καλά τα προσφέρει Εκείνος. Δεν έφερα τίποτα μαζί μου όταν γεννήθηκα. Ό,τι έχω και δεν έχω το οφείλω στην αγάπη Του. Τον ευχαριστώ πολύ. Τον δοξάζω με όλη την ψυχή μου. Ολόθερμα τον ευλογώ, που καταδέχεται να βρίσκεται κοντά μου και να συζεί με μένα τον αμαρτωλό και τιποτένιο μπροστά του».
  
Χαρά σε κείνους που αισθάνονται την παρουσία του Χριστού παντοτινή κοντά τους. Και αλήθεια πόσο αδικούν τον εαυτό τους, όσοι δεν ενδιαφέρθηκαν, δεν πίστεψαν και δεν αισθάνθηκαν ενδόψυχα τον ίδιο τον Χριστό παντοτινά κοντά τους.