Κυριακή της Σαμαρείτιδος

ἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες φορὲς ποὺ ὁ Χριστὸς ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάποιο ὑλικὸ ἀγαθό. Ὅπως σ᾿ αὐτὴ τὴν συνάντησή Του μὲ τὴν Σαμαρείτιδα στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, κατὰ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη. Τῆς ζητεῖ νὰ τοῦ προσφέρει τὸ νερό· «δός μου νὰ πιῶ». Ζητεῖ τὴ βοήθειά της μὲ τὴν προσφορὰ τοῦ νεροῦ γιὰ νὰ ξεδιψάσει.
Ἐτούτη ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Χριστοῦ ἔχει μιὰν ἰδιαίτερη σημασία καὶ ἐκφράζει ἕνα σοβαρότατο λόγο. Ἡ ζήτηση τοῦ νεροῦ ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν σημαίνει πὼς ἔχει ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλὰ γίνεται γιὰ νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στοὺς ἀνθρώπους νὰ Τοῦ προσφέρουν ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχουν ἀνάγκη στὴν καθημερινότητά τους.
Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνέργειά Του αὐτὴ ζητεῖ «τὸ ἔλασσον» τὸ λιγότερο, γιὰ νὰ προσφέρει τὸ «μεῖζον», τὸ μεγαλύτερο, δηλαδὴ τὰ δῶρα Του, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν διατηροῦν. Γιατὶ Αὐτὸς μονάχα μπορεῖ νὰ δώσει, νὰ προσφέρει αὐτὰ τὰ οὐράνια δῶρα. Ζητεῖ τὸ γήϊνο νερὸ γιὰ νὰ ξεδιψάσει τὴν ἀνθρώπινη δίψα καὶ προσφέρει «τὸ ζωντανὸ νερό, ποὺ εἶναι ἱκανὸ νὰ κατασιγάση γιὰ πάντα τὴ δίψα τῶν ἀνθρώπων». Ἔτσι στὴν προσφορὰ τοῦ νεροῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ὁ Χριστὸς ἀντιπροσφέρει «τὸ μέγιστο, τὸ αἰώνιο νερὸ, ποὺ δὲν στερεύει ποτέ». Τὰ οὐράνια δῶρα Του, «ποὺ ἔχουν τὶς διαστάσεις στὶς ἀσύλληπτες κι ἀπίθανες, ποὺ μονάχα ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ συλλάβη...».
Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἀκόμη χαρακτῆρα ἀντιεγωϊστικό. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐμφορεῖται ἀπὸ ἐγωϊσμὸ ὅτι δηλαδὴ μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ δίδει. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ φαίνεται πὼς Αὐτὸς μόνο εἶναι ἱκανός. Γιατὶ τότε ταπεινώνει τοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν, νὰ προσφέρουν. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν, ἀφοῦ δὲν ἔχουν κάτι δικό τους. Τὰ πάντα ἀνήκουν στὸν Θεό.